Η πρόθεση απόληψης αμμώδους υλικού από τη θαλάσσια περιοχή του Ακρωτηρίου Επανομής, στο πλαίσιο των έργων του 6ου προβλήτα του ΟΛΘ, δημιουργεί σοβαρές και απολύτως εύλογες ανησυχίες.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη παράκτια και θαλάσσια ζώνη, με υψηλή περιβαλλοντική, κοινωνική και παραγωγική αξία, σε άμεση γειτνίαση με προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου NATURA 2000.
Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να επηρεάσουν τη μορφολογία του βυθού, τη δυναμική των θαλάσσιων ρευμάτων και τη φυσική αναπλήρωση των ακτών, με μακροπρόθεσμες συνέπειες στη βιοποικιλότητα, στην αλιεία, στον τουρισμό και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, η ποσότητα του αμμώδους υλικού που σχεδιάζεται να αποληφθεί είναι τετραπλάσια της αρχικά αδειοδοτημένης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία ουσιαστική ενημέρωση ή διαβούλευση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την κοινωνία για τον σχεδιασμό και τις περιβαλλοντικές παραμέτρους της παρέμβασης.
Η αναβάθμιση του λιμένα Θεσσαλονίκης είναι αναγκαία και σημαντική για την ανάπτυξη της περιοχής. Όμως βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον, χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, χωρίς θεσμική νομιμότητα και χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση.
Με ερώτηση που κατέθεσα στη Βουλή και την οποία συνυπογράφουν 11 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ερωτάται μεταξύ άλλων ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, βάσει ποιας νομικής αιτιολόγησης το Υπουργείο επιτρέπει την τροποποίηση κρίσιμων παραμέτρων έργων μέσω ΤΕΠΕΜ, τη στιγμή που αυτές επιφέρουν σαφείς και νέες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.