.
Η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, ανεξάρτητα από την πολιτική κριτική που μπορεί να ασκηθεί στον Μαδούρο, αποτελεί καθαρή παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Και όταν οι κανόνες καταρρέουν, δεν καταρρέουν επιλεκτικά — καταρρέουν για όλους.
Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα.
Αφορά ένα επικίνδυνο προηγούμενο, όπου η ισχύς επιχειρεί να αντικαταστήσει τη νομιμότητα, ακόμη και από κράτη που εμφανίζονται ως θεματοφύλακες της δημοκρατίας και είναι μέλη του ΝΑΤΟ.
Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, που μεταθέτει τη συζήτηση για τη νομιμότητα «σε δεύτερο χρόνο», είναι πολιτικά και θεσμικά προβληματική.
Γιατί το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζεται όταν βολεύει.
Ή το υπερασπίζεσαι έμπρακτα ή το εγκαταλείπεις σιωπηρά.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό μέτωπο, κατατίθεται ένα εκτεταμένο νομοσχέδιο για την Άμυνα, το οποίο —παρά τη μαζική και τεκμηριωμένη αντίδραση χιλιάδων πολιτών στη δημόσια διαβούλευση—
❌ δεν λύνει προβλήματα,
❌ δημιουργεί ανισότητες,
❌ πλήττει κυρίως τους υπαξιωματικούς
και αποδυναμώνει την ενότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι ρυθμίσεις για τα Μετοχικά Ταμεία και το Λιμενικό Σώμα, όπου κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρονται από τη Βουλή στον Υπουργό, με συγκεντρωτισμό, αδιαφάνεια και θεσμική οπισθοχώρηση.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ίδιο νομοσχέδιο αγνοεί κατάφωρα το ανθρώπινο και επιστημονικό κεφάλαιο της χώρας. Νέοι γιατροί, που με κόπο, υποτροφίες και θυσίες ειδικεύονται σε κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού, υποχρεώνονται να διακόψουν την ειδικότητά τους για να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, με σοβαρό κίνδυνο να χάσουν τη θέση και την ακαδημαϊκή τους πορεία.
Αντί η Πολιτεία να δημιουργεί γέφυρες επιστροφής και αξιοποίησης αυτής της γνώσης, επιλέγει να τιμωρεί την αριστεία και να σπρώχνει νέους επιστήμονες εκτός χώρας.
Η ασφάλεια της χώρας δεν είναι μόνο θέμα εξοπλισμών.
Είναι θέμα κανόνων, θεσμών, κοινωνικής δικαιοσύνης και σεβασμού στους ανθρώπους που τη στελεχώνουν.
Και αν σήμερα ανεχόμαστε την παραβίαση του διεθνούς δικαίου αλλού,
αύριο μπορεί να βρεθούμε εμείς απέναντι σε μια πραγματικότητα
όπου «θα το δούμε σε δεύτερο χρόνο» δεν θα είναι επιλογή